Τί έγινε και αν μαζεύτηκαν όλα. Τα ρούχα στη θέση τους, τα παιχνίδια στο κουτί τους. Τελικά, κάθε μέρα, ότι και αν γίνει νωρίτερα, έρχεται η ώρα του μπάνιου και του ύπνου.
Προάγγελος αυτών είναι η γκρίνια που αρχίζει περίπου στις 8, κλιμακώνεται στις 8:30 και γίνεται αφόρητη στις 9. Παραδόξως, αν περάσεις επιτυχώς τις 9 χωρίς να τον κοιμίσεις, τότε ηρεμεί, γίνεται ένα άλλο παιδί που γουστάρεις να έχεις δίπλα σου να παίζεις. Αλλά ο διάολος κρύβεται στις μικρές χαρές! Έτσι λοιπόν αν κατά τις 9:30 πεις "ας τον κοιμίσω τώρα", θα γευτείς τη μεγαλύτερη απογοήτευση που θυμάσαι μετά την τελευταία χυλόπιτα, και η προσπάθειά σου θα στεφτεί με επιτυχία μόνο μετά από 1 ώρα συνεχούς προσπάθειας, κουβαλήματος στην αγκαλιά και βέβαια τα νεύρα σου θα είναι σαν μια μακαρονάδα που μόλις βγήκε από την κατσαρόλα δεν λαδώθηκε, για να τα ισιώσεις θέλει χρόνο και υπομονή.
Αν όμως ακολουθήσεις το πρόγραμμα που λέει μπάνιο, νάνι στις 9 τότε η ζωή είναι διαφορετική.
Όλα ξεκινούν με το γδύσιμο, το οποίο ο αλήτης δείχνει να διασκεδάζει αφάνταστα. Οι παιδοψυχολόγοι λένε πως τα μωρά γυμνά γεννήθηκαν και γυμνά θέλουν να είναι, αλλά αυτή η χαρά ξεπερνάει τη φαντασία του Γιουνγκ και του Φροϋντ μαζί. Μιλάμε για γέλια, χτυπήματα με τα χέρια, κλωτσιές και όλα αυτά μόνο γιατί του έβγαλες την πάνα και το φορμάκι. Δεν του έδωσα ούτε σοκολάτα, ούτε βότκα, ούτε καν λίγη μαριχουάνα! Απλώς τον έγδυσα (αν μόνο το διασκέδαζα και εγώ τόσο πολύ όταν γδυνόμουν, δεν θα έβγαινα από το σπίτι).
Ακόμα και η διαδρομή από το κρεβάτι όπου τον γδύνω μέχρι το μπάνιο είναι λόγος για χαρά και πανηγύρια. Ο διακόπτης του φωτός, που δεν έχουμε μάθει να τον πατάμε αλλά τον ακουμπάμε με ύφος ειδικού, και καμιά φορά, από λάθος, κλείνει κιόλας, το πόμολο της πόρτας που πολύ θα θέλαμε να το πιάσουμε αλλά ο μπαμπάς δεν μας αφήνει γιατί μετά ποιος μας ξεκολλάει, ο καθρέπτης στο μπάνιο όπου βλέπουμε ένα χαμογελαστό παιδάκι στην αγκαλιά ενός καραφλού που νομίζει πως ξέρει τι κάνει αλλά τελικά είναι πιο χαμένος και από τον Μπους στο Ιράκ.
Όλα αυτά μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα που διαρκεί η μεταφορά μας από το ένα δωμάτιο στο άλλο.
Όταν πλέον μπει στην μπανιέρα και κάτσει στο "τύπου φεράρι" καθισματάκι, τότε αρχίζει άλλο βιολί. Όλα θέλουμε να τα αγγίξουμε και η ιερή αποστολή του μπαμπά που είναι να μας κάνει μπάνιο ας πάει στο διάολο. Το παπάκι, το δελφινάκι, το φαλαινάκι, οποιοδήποτε πλαστικό που τελειώνει σε -άκι, αλλά το πιο σημαντικό, το τρόπαιο, το άγιο δισκοπότηρο, δεν είναι άλλο από τη σωλήνα του ντουζ. Αυτό το σπιράλ που σε άλλες μπανιέρες έχει μπλεγμένες τρίχες και κανείς δεν του δίνει σημασία, αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα της ζωής μας (τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, γιατί αργότερα θα είναι άλλο).
Το αρπάζει με δύναμη και με τα δύο χέρια και για να τον πλύνω πρέπει να το τραβήξω με δύναμη και όχι να του το πάρω, γιατί τότε ανοίγουν οι ασκοί του αιόλου και ποιός μας σώζει, αλλά να το τσουλίσω μέσα από τις κλειστές παλάμες του, προκειμένου να έχω λίγο λάσκα και να μπορέσω να του πλύνω το κεφάλι χωρίς να του χτυπήσω το μάτι με το ντουζ.
Τί του σαπουνίζεις το σώμα, τί τα μαλλιά, τί του δίνεις διάφορα πλαστικά -άκια, τί του τραγουδάς το ύμνο του Ολυμπιακού, όλα τα κάνει με ένα χαμόγελο. Μη πας όμως να του πάρεις το σπιράλ από τα χέρια... Καταρχήν σε παλεύει και σφίγγει ακόμη περισσότερο. Όσοι έχουν δει την ταινία ALien και θυμούνται πως έσφιγγε το αρχικό πλάσμα τη λαβή του γύρω από το λαιμό του θύματος προκειμένου να αφήσει το τερατάκι στο στομάχι του, ε, αυτό βλέπω κάθε βράδυ από ένα ζευγάρι χεράκια που είναι μικρότερα από ένα σου-βερ. Και εντάξει, κατάφερα να του βγάλω το ένα χέρι από το σωλήνα και πάω για το δεύτερο. Αυτός με πείσμα προσπαθεί να σηκωθεί όρθιος προκειμένου να ξαναπιάσει τη σωλήνα που με τόση αδιαφορία αφαίρεσα από το χέρι του και να ξανανιώσει την ολοκλήρωση που του προσφέρει η ντουζιέρα.
Όταν έρθει η μαύρη στιγμή που θα χάσει εντελώς το ντούζ από τα χέρια του τότε είναι η χειρότερη στιγμή. Το παιδάκι που χαμογελούσε με τα πάντα, ήθελε τα πάντα και άγγιζε τα πάντα, μεταμορφώνεται σε ένα πλάσμα που κλείνει τα μάτια με πείσμα και ουρλιάζει με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του για το χαμένο παιχνίδι. Τί του δείχνω τον φουκαρά εαυτό μου στον καθρέπτη, τί του δίνω άλλα -άκια, τί τραγουδάω ότι θυμηθώ (από Ξυλούρη μέχρι Maiden), τίποτα δεν λειτουργεί. Ο κόσμος έχει χαθεί γύρω μας και το μόνο που έχει μείνει είναι ένα κενό στη χούφτα μας, εκεί που κάποτε υπήρχε ο αγαπημένος μας σωλήνας του ντουζ. Και τώρα εγώ πρέπει να τον ντύσω (διαδικασία που αντιπαθεί τόσο όσο συμπαθεί το γδύσιμο), να τον ηρεμήσω για να έρθει η μαμά του να τον ταΐσει και να τον κοιμίσει Όχι τίποτε άλλο, αλλά αν δεν ηρεμήσει, η μαμά θα με φωνάξει να βοηθήσω στο νανούρισμα.
Και όλα αυτά για μια σωλήνα του ντουζ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου